
91 χρόνια στη σχάρα
Τρεις γενιές, μία συνταγή, αμέτρητες ιστορίες.
01 — ΑΡΧΗ
Πώς ξεκίνησαν όλα

01 — ΑΡΧΗ
Πώς ξεκίνησαν όλα
Το 1914 γεννήθηκε ο Μανώλης Μωρές, παιδί Μικρασιατών γονιών. Από πολύ μικρός έμαθε τι σημαίνει δουλειά: έκανε διάφορα μεροκάματα στο νησί, κυρίως ως «μαουνιέρης» — σε μαούνες, τα πλωτά μεταφορικά μέσα της εποχής — ενώ παράλληλα δούλευε και ως ψήστης.
Εκείνα τα χρόνια, η καθημερινότητα στην Κω είχε κάτι βαθιά ανθρώπινο: οι άνθρωποι συνεργάζονταν αρμονικά για να βγει το μεροκάματο. Άλλος αναλάμβανε τα ψηστικά, άλλος το σέρβις, άλλος τους καφέδες — και στο τέλος, όλοι μαζί έκαναν ταμείο.
Η πορεία του Μανώλη ξεκίνησε ως ψήστης σε ένα μαγαζί στο λιμάνι, που διατηρούσε ο Μιχάλης Σεφέρογλου. Με αδιάκοπη δουλειά και επιμονή, λίγα χρόνια αργότερα πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε την ιστορία: αγόρασε το κατάστημα του άλλοτε αφεντικού του και έκανε τη δική του νέα αρχή. Με μεράκι, συνέπεια και αγάπη για την τέχνη της φωτιάς, δημιούργησε ψητά που έμειναν αξέχαστα — ανάμεσά τους και το θρυλικό σουβλάκι του «Μωρέ».
02 — ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Οικογένεια
Με τις αναμνήσεις εκείνων των χρόνων να μένουν ζωντανές μέχρι σήμερα, ο κυρ Μανώλης σέρβιρε για δεκαετίες χιλιάδες ψωμάκια με σουβλάκι — σε μικρούς και μεγάλους. Όχι απλώς ως ένα γρήγορο φαγητό, αλλά ως μια μικρή καθημερινή χαρά που πολλοί Κώοι θυμούνται ακόμη με νοσταλγία, σαν κομμάτι από τις πιο όμορφες εποχές του νησιού.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Λάμπρος Μαραγκός έρχεται στην Κω για να εργαστεί. Εκεί γνωρίζει τη Διονυσία, την κόρη του Μωρέ, και το 1973 παντρεύονται. Μαζί αποκτούν τρία παιδιά — την Ελένη, τον Χρήστο και τον Μανώλη. Ο Λάμπρος, δεξιοτέχνης του μωσαϊκού και άνθρωπος που δεν φοβόταν να ρισκάρει, κρατούσε στο συρτάρι τη «μυστική συνταγή». Και κάπως έτσι, ανοίγει ένα νέο ψητοπωλείο, συνεχίζοντας την παράδοση στα χνάρια του παππού Μωρέ.

1935
Ο Μανώλης Μωρές ανοίγει το πρώτο ψητοπωλείο στο λιμάνι
1973
Ο Λάμπρος παντρεύεται τη Διονυσία
1981
Ξεκινά το «Λάμπρος» στην οδό Σαλαμίνος
2001
Μετακόμιση σε νέο, μεγαλύτερο χώρο
2011
Τα τρία αδέλφια αναλαμβάνουν





03 — Η ΠΟΡΕΙΑ
Από την αρχή μέχρι τώρα
Από το 1981 έως το 2001, ο Λάμπρος και η Διονυσία ήταν καθημερινά στο ψητοπωλείο. Και μαζί με το φαγητό, πρόσφεραν στους Κώους κάτι ακόμη πιο σπάνιο: άπειρες όμορφες στιγμές. Αστεία, τραγούδια και — πολλές φορές — χορός, έκαναν το ψητοπωλείο Λάμπρος όχι απλώς ένα μέρος για να φας, αλλά ένα μέρος για να νιώσεις.
Το 2001, η οικογένεια αποφασίζει να κάνει το επόμενο βήμα και μεταφέρει την επιχείρηση σε νέο, μεγαλύτερο χώρο — κρατώντας όμως αναλλοίωτη την ψυχή της.
Το 2011, τα τρία αδέλφια παίρνουν τη σκυτάλη, συνεχίζοντας την παράδοση του παππού και των γονιών τους. Γιατί τα νιάτα φέρνουν όρεξη και τόλμη· κι όταν αυτά συναντούν το μεράκι, την αγάπη για τη δουλειά και τον απόλυτο σεβασμό στον πελάτη, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να ξεχωρίσει.
Γιατί δεν αρκεί μόνο μια καλή συνταγή. Χρειάζεται και η σταθερή, καθημερινή «εκτέλεσή» της — με την ίδια φροντίδα, κάθε φορά. Έτσι, το σουβλάκι του «Μωρέ» — ή του «Λάμπρου» για τους νεότερους — έγινε σημείο αναφοράς, γνωστό πλέον σε όλη την Ελλάδα και σε πολλές γωνιές της Ευρώπης.
04 — Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
Η Νέα Εποχή — 2022
Το 2022, η ιστορία του Lampros πέρασε στο επόμενο κεφάλαιο. Η επιχείρηση μεταφέρθηκε σε νέο χώρο, στη γωνία Ψαρρών & Ιερού Λόχου, σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις πρωτοφανείς για τα δεδομένα του νησιού.
Με την ίδια αγάπη και τον ίδιο σεβασμό στην παράδοση, το Lampros εξελίχθηκε σε Lampros Steakhouse — ένα steakhouse experience που τιμά τις ρίζες του και ανεβάζει τον πήχη στην ποιότητα, την άνεση και τη συνολική εμπειρία φιλοξενίας.


05 — ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΣΟΥΒΛΑΚΙ
Το περίφημο σουβλάκι
Δεν είναι λίγες οι φορές που το περίφημο σουβλάκι του Lampros έχει ταξιδέψει… σε βαλίτσες. Προς το εξωτερικό, προς την Αθήνα — όπου κι αν πάει ένας Κώος, συχνά παίρνει μαζί του και λίγη από τη γεύση που του θυμίζει σπίτι.
Πριν από μερικά χρόνια, μια παρέα Κώων φοιτητών που σπούδαζε στην Αγγλία, φεύγοντας από το νησί, δεν δίστασε να πάρει αρκετά ψωμάκια με σουβλάκι για να μη τους λείψει. Στον καθιερωμένο έλεγχο του αεροδρομίου, κάτι «χτύπησε». Οι σεκιούριτι άνοιξαν την τσάντα — και ξέσπασαν σε γέλια. Για λίγα λεπτά, όλη η αίθουσα μύριζε τζατζίκι… από τα δεκάδες σουβλάκια που είχαν κρυφτεί εκεί μέσα.
